Και το Σκοπιανό συνεχίζεται…

Εδώ και πολλά χρόνια αγνοούσαμε το ζήτημα της ονομασίας των Σκοπιών με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε σε ένα τεράστιο αδιέξοδο, στέλνοντας κάθε φορά τον Μάθιου Νίμιτς πίσω, για να έρθει την επόμενη φορά με μία πρόταση που θα συμβαδίζει καλύτερα με τα χαρακτηριστηκά που έχουμε θέσει και βάζοντας βέτο στην ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ.

Πρέπει να αντιμετωπίσουμε όχι δύο εκατομμύρια ανθρώπους, αλλά όλη αυτή την προπαγάνδα κατά της Ελλάδος που γίνεται μέσα από το διαδίκτυο, τα βιβλία τους, αλλά και από τον τρόπο σκέψης που μαθαίνουν από μικρά παιδιά και φυσικά την υποστήριξη των ΗΠΑ που για λόγους συμφερόντων θέλουν να ενταχθούν τα Σκόπια στο ΝΑΤΟ όπωσδήποτε.

Ένα σύμπλεγμα εθνικοτήτων, θα μπορούσαμε να πούμε χωρίς ιστορία, που το μόνο κοινό που έχουν μεταξύ τους είναι η δίψα για την υιοθέτηση της ιστορίας μιας άλλης χώρας. Ένας λαός που προσπαθεί να ξεγλιστρίσει από το περιθώριο στο οποίο βρίσκεται με προπαγανδιστικά μέσα.

Αυτό που όλοι θα θέλαμε είναι τα Σκόπια να μην ονομάζονται καν Μακεδονία, αλλά αφού αυτό δεν μπορούμε να το καταφέρουμε, τότε σωστά πράττουμε και ζητάμε μία σύνθετη ονόμασια με γεωγραφικό προσδιορισμό.

Πόσο γρήγορα θα λήξει αυτό το ζήτημα δεν μπορούμε να ξέρουμε, αυτό που πρέπει όμως να μάθουμε είναι πως η ιστορία της Ελλάδος και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ιστορία χιλιάδων χρόνων, μας ανήκει αναμφισβήτητα και καμία ένωση λαών, όσο και αν προσπαθήσει, δεν μπορεί να την πάρει από τα χέρια μας, οτιδήποτε κι αν ισχυρίζεται, όπως και να ονομάζεται.

[image via]

1 Σχόλιο
  • Avatar
    George Holiastos

    Το έργο αυτό γράφτηκε ύστερα από παράκληση ελληνοαμερικανών φίλων. Οι ελληνοαμερικάνοι το φωτοτυπούν και το δίνουν ένας στον άλλο.
    Ο αρχιεπίσκοπος της Αυστραλίας το ανέβασε στο Θέατρο.

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Α’
    (έργο θεατρικό σε δεκαπέντε ανοίγματα)

    Πρόλογος του έργου από το Είδωλο του Αλέξανδρου

    Ο βασιλιάς Αλέξανδρος είμαι, ο Μακεδόνας
    του βασιλιά του Αμύντα γιος. Επήρα τ’ όνομά μου
    από τον Πάρι-Αλέξανδρο, τον πρίγκηπα της Τροίας.
    Το φως το είδα στις Αιγές, πρωτεύουσα του κράτους
    το χρόνο της εξηκοστής τρίτης Ολυμπιάδας΄
    κι ανάμεσα ογδονταμιάς έως ογδονταδύο
    επέθανα,όντας ετών εβδομηντατεσσάρων.
    Πήγα στον Άδη. Βρήκα εκεί τους συμπολεμιστές μου,
    τους πατριώτες μου, κι αυτούς, τους άγιους μου προγόνους.
    Ο Πλούτωνας αιώνια χαρίζει αταραξία
    και είναι όλοι ανέγνιαστοι στου Άδη το βασίλειο.
    Κάθε σκοτούρα κι έγνια του κανείς, εκεί πριν έμπει,
    έξω απ’ την πόρτα τη βαριά και μαύρη την αφήνει.
    Μα όποιος στην απάνω γη κάποιον μεγάλο πόθο
    μες στην ψυχή του έτρεφε, αυτόν αδύνατο είναι
    να τονε βγάλει απ’ αυτήν ακόμα και στον Άδη.
    Όπως εγώ. Αν έκλεισα πάνω στη γη τα μάτια
    τα ‘χω εκει κάτω ανοιχτά. Κι ο νους μου εδώ αν ‘κοιμήθη
    μα εκεί κάτω ξάγρυπνος μένει, κι όλο δουλεύει.
    Κι ο πόθος μου ένας μοναχά: η Ελλάδα, μ’ ό,τι μέγα
    μέσα της κλείνει είτε μικρό, μ’ ό,τι άσχημο ή ωραίο-
    η Ελλάδα! Η πατρίδα μου! Και σείς, οι αδερφοί μου!
    Και όπου χώμα ελληνικό, κι όπου έλληνας υπάρχει
    εκεί γυρνώ το βλέμμα μου κι εκεί γυρίζει ο νους μου.
    Πονώ σε κάθε πόνο σας, χαίρομαι στη χαρά σας
    κι όταν η Ελλάδα μου πονά, μαχαίρια με ξεσκίζουν.

    Ακούω πολλούς πάνω στη γη να λένε τελευταία
    ότι δεν ειν’ ελληνική τάχα η Μακεδονία.
    Κι άλλες φορές πρωτύτερα το ‘χω αυτό ακούσει
    μα δεν ταράχτηκα, γιατί, το ξέρω πως ανάγκη
    δεν έχετε από μένανε-ξέρετε την αλήθεια
    και είσαστ’ έτοιμοι γι αυτήν και τη ζωή να δώστε.
    Την έγνια μου όμως τράβηξε ενού έλληνα ο πόνος
    για την Ελλάδα, που η πολλή αγάπη της τον καίει
    και που ένα ποίημα θέλησε για μένανε να γράψει
    που θα ‘δειχνε ότι και πιο πριν από το βασιλέα
    τον Μέγα τον Αλέξανδρο-κοντά διακόσα χρόνια,
    και τη δικιά μου είχε ψυχή δικιά της η Ελλάδα.
    Αλλά καθώς και ποιητής μεγάλος δα δεν είναι,
    βασανιζόντανε πολύ για να τα καταφέρει.
    Τον είδα και τον πόνεσα γιατί απ’ τον ίδιο πόνο
    κι εγώ καιγόμουν, και κανείς δε μ’ ένιωθε όσο ζούσα.
    Και μες στο πεθαμένο μου το σώμα η νια ψυχή μου
    ανταριαζόνταν βλέποντας ανήμπορον εκείνον
    να γράψει κάτι. Και γι αυτό απόφασιν επήρα
    και πήγα και τον έβρηκα. Του έπιασα το χέρι
    και τον οδήγησα εγώ, με τη δική μου γνώση
    να γράψει αυτό το ποίημα για μένα που μιλάει.
    Γιατί το έκανα; Μπορεί για τα παιδιά που ακόμα
    δεν πρόλαβαν να μάθουνε καλά την Ιστορία.
    Ίσως και για τους βλάστημους μικρούς είτε μεγάλους
    που η Μακεδονία λεν ότι δεν ειν’ Ελλάδα.
    Πάλι, κακά τα ψέμματα, μα θα ειπώ και τούτο:
    το ‘κανα ίσως και γιατί ποθούσα να ‘ρθω πάλι
    στ’ αγαπημένα μέρη μου και πάλι ν’ αντικρύσω
    ανθρώπους που ίδια πυρκαγιά φουντώνει στην ψυχή τους-
    ανθρώπους που, καθώς εγώ, βλέπουνε στην Ελλάδα
    την ίδια τους την ύπαρξη, τον ίδιο τον εαυτό τους.

    Ας προχωρήσω όμως να πω λίγα που ακόμα θέλω
    κι ύστερα παύω να μιλώ και δίνω τη σκυτάλη
    στον ποιητή μας, ή, ας πω καλλίτερα, τη δίνω
    σε κείνο τον Αλέξανδρο που ήμουν όσο ζούσα.

    Δύο χιλιάδες χρόνια πριν εγώ να ‘ρθώ στον κόσμο,
    στη χώρα μου, που Πελασγοί μέχρι τα τότε οικούσαν,
    εμπήκανε οι Αχαιοί, που ήρθαν σε πολέμους
    και με τους ντόπιους Πελασγούς,αλλά και μεταξύ τους.
    Ελάχιστοι κατάφεραν και για καλά ριζώσαν.
    Οι άλλοι αφανίστηκαν. Ώσπου καινούργιο κύμα
    προς τους μακεδονίτικους κατέβηκε τους τόπους.
    Κι οι Δωριείς ήσαν αυτοί, που στη μεγάλη ορμή τους
    κι αφού πολλές εγνώρισαν περιπλανησεις πρώτα,
    οριστικά εμείνανε στα μέρη τα δικά μας.
    Οι έλληνες αυτοί, εμείς είμαστε, οι Μακεδόνες.
    Και μεις, οι βασιλιάδες τους, απόγονοι μετράμε
    του ημίθεου του Ηρακλή-του ήρωα του μεγάλου.
    Με τα παλιά εμείναμε τα έθιμα και τα ήθη
    που είχανε κι οι έλληνες που μάχονταν στην Τροία…
    Πόλεις δεν είχαμε τρανές, μονάχα χωριουδάκια
    και ήμασταν ή γεωργοί ή λατόμοι, ή βουκόλοι,
    γιατ’ ήτανε η χώρα μας όλη γεμάτη δάση.
    Μα προπαντός πολεμιστές, γιατ’ οι λαοί οι τριγύρω
    πάντα επιβουλεύονταν τα μέρη τα δικά μας.
    Κι ήμασταν άξιοι κυνηγοί κι άφταστοι στο σημάδι.
    Και πάντα πάνω στ’ άλογα, ιππείς γίναμε τέλειοι.
    Εκεί έχει τις ρίζες του το φοβερό ιππικό μας.
    Μια μόνο λέξη από με, ή από κάποιον άλλο
    από τους βασιλιάδες μας, και μες σε λίγες ώρες
    είχαμε ιππέων στρατιές έτοιμους για πολέμους.
    Και βέβαια πάνω στ’ άλογο κανείς γρήγορα τρέχει
    κι όπου η ανάγκη το καλεί, εγκαιρα πάντα φτάνει.
    Έτσι λοιπόν πολεμιστές όντας και κτηνοτρόφοι
    δε γίνονταν να έχουμε την πρόοδο των ελλήνων
    των άλλων, που βρεθήκανε στη νότια την Ελλάδα
    και που από θάλασσα παντού μόνο ήτανε ζωσμένοι.
    κι όχι από βάρβαρους λαούς που επιδιώκαν πάντα
    με συνεχείς επιδρομές να τους εξοοθρέψουν.
    Γιατί Καμβούνια, Όλυμπος και Όσσα, φτιάχναν τείχος
    που από την άλλη μακριά μας κράταε την Ελλάδα.
    Κι από την άλλη τη μεριά του τείχους, ας παιζόνταν
    το δράμα της μονάχης μας, μικρής Μακεδονίας,
    οι κάτω έλληνες για μας δε σκέφτονταν, λες κι ότι
    ίδιους δεν είχαμε θεούς, ή λες πως οι Ολύμπιοι
    την πλάτη τους μας είχανε πάντοτε γυρισμένη.
    Μα την αλήθεια για να πω, άδικο δεν τους ρίχνω-
    αδύνατο ένα ήμασταν, μικρό ακόμα κράτος
    που να κερδίσουν τίποτα δεν είχαν από κείνο-
    στις τόσες τις ελληνικές τις πόλεις άλλη μία…

    Όμως εμένα μ’ έκαιγε το ελληνικό μου αίμα
    κι ήθελα σύντροφο άξιο να με δεχτούν κοντά τους
    και μένα και τον έλληνα λαό μου’ ήθελα να ‘χω
    μερίδιο από τη δόξα τους, ήθελα κρίκος ένας
    να ‘μια στην αλυσίδα τους. Ύστερα εντός μου κάτι
    μου ‘λεγε πως η μοίρα μας, εμάς, των Μακεδόνων,
    μοίρα να γίνει έπρεπε γρήγορα και δική τους.
    Η Ανατολή βρυχιόντανε κι αργά ετοιμαζόνταν
    για το μεγάλο χτύπημα. Εμείς, οι Μακεδόνες
    με το γερό μας ιππικό και την τραχιά μας ρώμη
    άξιοι βοηθοί θα ήμασταν σαν έρχονταν η μπόρα.
    Μα κι η ωφέλεια που ο λαός θα ‘χε των Μακεδόνων
    από μια τέτια συντροφιά, θα ήτανε μεγάλη.
    Τα φώτα του πολιτισμού θα παίρναμε από κείνους.
    Θα μας μαθαίναν ό,τι εμείς στο πέρασμα του χρόνου
    ποτέ δεν καταφέραμε να ‘χουμε μοναχοί μας.
    Έπρεπε όλοΝ μου λοιπόν το χρόνο ν’ αφιερώσω-
    που τ’ άλλα μου μού άφηναν καθήκοντα στο θρόνο-
    για την Ελλάδα: πώς αυτή κοντά σε μας θα ‘ρχόνταν
    ή πώς εμείς θα γίνονταν κοντά της να βρεθούμε.
    Κι αυτό αλήθεια έκανα σ’ όληνε τη ζωή μου.

    Να σας ειπώ θα ήθελα για τότε τόσα ακόμα…-
    για τη ζωή μας, τους θεούς, τη γλώσσα, τα έθιμά μας…
    μα ο ποιητής μας νόημα μου κάνει να τελειώνω.
    Και δίκιο έχει’ γιατί αφού των άλλων των ελλήνων
    ξέρετε, τότε ξέρετε μαζί και τα δικά μας.
    Μόνο δυο λόγια να ειπώ δώστε μου, για τη γλώσσα’
    λέγανε τότε μερικοί και σήμερα λεν άλλοι
    πως είχε τάχα διαφορές μικρές ή πιο μεγάλες
    η γλώσσα μας από αυτή των άλλων των ελλήνων.
    Αλλά-Θεοί!- και βέβαια δεν ήτανε η ίδια.
    Δεν είχε την εξέλιξη που είχε η δικιά τους.
    Επί αιώνες έμενε όπως παλιά βρισκόνταν.
    Και ούτε λόγιους είχαμε γεννήσει εμείς να γράψουν
    έπη σ’ αυτήν και δράματα. Ούτε σχολεία ακόμα
    δεν είχαμε’ ανάγνωση δεν ήξερε ο λαός μου,
    κι ούτε γραφή. Μόνο εμείς ξέραμε, οι βασιλιάδες
    και όσοι λίγοι γύρω μας είχαν καιρό για τέτια.
    Τους νόμους δεν τους γράφαμε. Και του στρατού οι διάτες
    δε γράφονταν, μα πήγαιναν απ’ το ‘να στόμα στ’ άλλο.
    Ύστερα τόσοι γύρω μας λαοί, μας είχαν δώσει
    λίγες από τις λέξεις τους και πήρανε δικές μας.
    Πάντοτε τούτα γινονται. Αλλά κανείς δε λέει
    πως οποια γλώσσα δανειστεί απ’ άλλην λέξεις λίγες
    παύουν αυτοί που τη μιλούν να είν’ αυτοί που ήταν.
    Κι οι βασιλιάδες είχανε οι Μακεδόνες όλοι
    δασκάλους έλληνες, καθώς κι εγώ, που ο πατέρας
    μου ‘φερε απ’ τη Χαλκιδική. Γιατί έτσι ήταν κι εκείνος-
    μέσα η Ελλάδα και σ΄αυτόν άντριευε και πλαντούσε
    και με την άλλη εζήταγε να ενωθεί Ελλάδα.
    Μα ο καιρός του εκεινού δεν ήτανε ακόμη
    για κάτι τέτιο. Άυτόν άλλα προβλήματα τον ζώναν
    που δεν του άφηνανε καιρό το άλμα αυτό να κάνει.
    Αλλ’ αρκετά εμίλησα. Και τώρα θα μεριάσω
    και ήσυχα θα δω κι εγώ αυτά που ο ποιητής μας
    για με θα γράψει. Και μαζί με σας θα ξαναζήσω
    κομμάτια απ’ την επίγεια ζωή μου πάλι απόψε.
    Κι ύστερα απ’ την παράσταση στα μέρη μου θα πάω
    κι όπως σα ζούσα, και καθώς πάντα έκανα ως τώρα
    άγρυπνο θα ‘χω το μυαλό και ανοιχτό το μάτι
    κι έγνια θα έχει μόνο μια η ακοίμητη ψυχή μου:
    η τρισαγαπημένη μου να ‘ναι Μακεδονία
    αγκαλιασμένη όπως εγώ με τη μητέρα Ελλάδα.

    ΑΝΟΙΓΜΑ ΠΡΩΤΟ

    Χρόνος: 512 π.Χ.
    Τόπος: Μακεδονικό παλάτι

    (Ο Αμύντας και ο Αλέξανδρος περιμένουν τους πρέσβεις των Περσών. Οι πρέσβεις έρχονται και απαιτούν υποταγή της Μακεδονίας στους Πέρσες. Ο Αμύντας αναγκάζεται να υποταχτεί.)

    Πρόσωπα: Αλέξανδρος, Αμύντας, Φρουρός, επικεφαλής της περσικής πρεσβείας (ΕΠΠ),έξη Πέρσες πρέσβεις ,Μακεδόνες στρατιώτες.

    Αλέξανδρος
    Και τι ζητάνε κι έρχονται αυτοί εδώ πατέρα;

    Αμύντας
    Όταν παιδί μου στους μικρούς πηγαίνουν οι μεγάλοι
    πάνε για να τους πάρουνε κάτι. Και τούτοι έτσι.
    Έρχονται να μας κάνουνε σκλάβους τους με τη βία.

    Αλέξανδρος
    Και συ πατέρα τι σκοπό έχεις μ’ αυτούς να κάνεις;

    Αμύντας
    Παιδί μου έλα πες εσύ. Κάποτε θα ‘ρθει η ώρα
    και θ’ ανεβείς στο θρόνο μας. Λοιπόν ρωτώ εσένα.
    Πες είσαι κιόλας βασιλιάς’ τι θα ‘κανες; για πες μου.

    Αλέξανδρος
    Πατέρα θα τους έδιωχνα να πανε απ’ όπου ήρθαν.
    Ποτέ δε θα τους έδινα ό,τι και να ζητούσαν.
    Έλληνας βασιλιάς ποτέ δεν προσκυνάει βαρβάρους.
    Αμέσως θα τους έδιωχνα. Κι αν στέλναν το στρατό τους
    κι εμείς στρατιώτες έχουμε καλλίτερους εκείνων.
    Τόσους πολέμους κάναμε κι είχαμε μόνο νίκες
    και τώρα το κεφάλι μας θα σκύψουμε στους Πέρσες;
    Να τι πατέρα θα ‘κανα ο βασιλιάς αν ήμουν.

    Αμύντας
    Κι αν φύγουν κι έρθουν αύριο μαζί τους κουβαλώντας
    τις ατελείωτες ασιανές στρατιές τους, τι θα κάνεις;

    Αλέξανδρος
    Έλληνας είμαι και κρατώ απ’ του Ηρακλή το αίμα.
    Εσύ μου το ‘μαθες αυτό και τώρα συ δειλιάζεις;
    Μονάχος μου με όλους τους θα μπόρεια να τα βάλω…

    Αμύντας
    Το αίμα-ναι-του Ηρακλή στις φλέβες μας κρατούμε.
    Είμαστε απόγονοι θεών. Αλήθεια, εγώ στο είπα.
    Όμως παιδί μου κάθε τι θέλει και τον καιρό του.
    Θα ‘ρθει ο καιρός να δείξουμε ποιοι είμαστε. Μα τώρα
    δεν έχουμε άλλη εκλογή παρά να υποταχτούμε.
    Μακριά δεν ειναι οι βάρβαροι. Όταν κινήσουν να ‘ρθουν-
    και ποιος θα τους εμπόδιζε;- σε λίγες μέρες φτάνουν.
    Κι όσο γενναίο πόλεμο κι αν κάναμε παιδί μου
    είμαστε λίγοι κι ειν’ πολλοί. Και όταν μας νικήσουν
    τότε η Μακεδονία μας για πάντα είναι χαμένη.
    Και ποιος θα μας εβόηθαγε; Μονάχοι πολεμούμε.
    Και γύρω μας οι βάρβαροι. Κι οι έλληνες οι άλλοι
    οι μόνοι που μας έπρεπε να έρχονταν βοηθοί μας
    δε μας υπολογίζουνε. Μικροί είμαστε ακόμα.
    Και ποιος θα μας εβόηθαγε άλλος λοιπόν παιδί μου;
    Κανείς. Γι αυτό χρειάζεται και λίγη πονηρία.
    Το φίλο ας τους κάνουμε. Κι αργότερα όταν δούμε
    δύναμη ότι παίρνουμε, ή αδυνατούν εκείνοι,
    τις συμφωνίες που κάναμε στ’ άχρηστα τις πετάμε.
    Άλλωστε τόσο μακριά που είναι, δεν μπορούνε
    να ξέρουνε τι κάνουμε ‘δω πέρα, κι αν τηρούμε
    τις συμφωνίες που με βια εκλείσαμε μαζί τους.
    Κι έτσι θα είναι αλαφριά η όποια υποταγή μας.

    Αλέξανδρος
    Ριγώ στη σκέψη πως σ’ αυτούς θα σκύψω το κεφάλι.
    Σε Πέρσες…Όταν οι έλληνες δασκάλοι μου τ’ ακούσουν
    μου φαίνεται θα ντρέπωμαι να τους ιδώ στα μάτια.

    Αμύντας
    Ξέρουν εκείνοι τη φωτιά που μέσα μας πυρώνει.
    Ξέρουν πως είμαστε έλληνες κι ότι από ανάγκη
    θα κάνουμε ό,τι κάνουμε.-και θα μας καταλάβουν.

    (Μπαίνει ο Φρουρός)

    Φρουρός
    Οι Πέρσες πρέσβεις έρχονται να δουν το βασιλιά μας.

    (Μπαίνουν έξη Μακεδόνες στρατιώτες που παίρνουν θέσεις δεξιά και αριστερά του βασιλιά. Ακολουθούν οι Πέρσες πρέσβεις.)

    ΕΠΠ
    Των Μακεδόνων βασιλιά, σε χαιρετούμε Αμύντα.
    Του στρατηγού Μεγάβαζου είμαστε αποσταλμένοι
    που εντολή του έδωσε ο μέγας βασιλιάς μας
    τη χώρα σας στον περσικό ζυγό να υποτάξει.
    Με σεβασμό σας χαιρετά ο Μεγάβαζος και θέλει
    χωρίς πολέμων συφορές φίλοι του να γινείτε.
    Ξέρει, από τους παλιότερους που έχει η οικουμένη
    πως είναι ο μακεδονικός βασιλικός σου οίκος.
    Ξέρει πως θεία καταγωγή έχει-ότι κρατάει
    από τον ήρωα Ηρακλή, παιδί του Θείου Δία.
    Ξέρει γενναίοι πως είσαστε πολεμιστές, και ξέρει
    πως δόξα έχετε πολλήν κερδίσει σε πολέμους
    που ενάντια σε γειτόνους σας λαούς έχετε κάνει.
    Και τώρα δε θα έστελνε αυτήνε την Πρεσβεία
    αν, ο μεγάλος βασιλιάς, ο ξακουστός Δαρείος
    δεν έκρινε στους φίλους του πως πρέπει να μετράτε.
    Και, ο Δαρείος, ο άξιος και μέγας βασιλέας
    θεός ο ίδιος είναι αυτός, και πιο μεγάλη δόξα
    έχει απ’ όσην βασιλιάς πρωτύτερα ή τώρα.
    Όλοι οι λαοί της ιερής, απέραντης Ασίας
    έχουν δηλώσει υποταγή σ’ αυτόν. Κι οι βασιλιάδες
    όλοι με φόβο προσκυνούν το μέγα μας Δαρείο.
    Σούσα, Μυσία, Αβγάτανα, Θηβαίοι, Λυδοί και Σάρδεις,
    η Βαβυλώνα η πάμπλουτη, η ορεινή Κισσία,
    κι οι τόποι όλοι ως πέραθε,στα βάθη της ηπείρου,
    κι εκείνοι που με δόρατα και τόξα πολεμάνε
    αλλά κι αυτοί που έχουνε για όπλο το μαχαίρι,
    κι ακόμα οι κοντά σε σας Αχελωϊδες πόλεις,
    κι η Θράκη,κι οι ιωνικές οι πόλεις της Ελλάδας,
    κι αυτές που στέκουν πέρφανα στο πέρασμα της Έλλης
    κι αυτές που την τετράβαθη στολίζουν Προποντίδα,
    κι απ’ τα νησιά η Κάρπαθος,η Χίος και η Πάρος
    κι η Τήνος, και η Μύκονος, κι η Άντρος και η Λήμνος
    κι Λέσβος η ανθόσπαρτη κι η Κνίδος,κι απ’ την Κύπρο
    Πάφος και Σόλους κι η παλιά, ένδοξη Σαλαμίνα,
    όλες αυτές υπόκυψαν στο σκήπτρο του Δαρείου.
    Σε κείνου υπακούοντας τη θέληση, μας στέλνει
    σε σένα ο Μεγάβαζος, ζητώντας σου να δώσεις
    τα δύο της υποταγής σημάδια: γην και ύδωρ.
    Και όταν πράττοντας ορθά υποταχτείς στους Πέρσες
    φίλους σου και προστάτες σου πάντοτε θα τους έχεις.
    Κι ο ένδοξός μας βασιλιάς στη μεγαλειότητά σου
    θα δώσει περισσότερα προνόμια απ’ όσα έχει
    στους άλλους του υποτελείς χαρίσει βασιλιάδες.
    Κι αν πάλι τούτα δε δεχτείς, τοτε να ξέρεις πρέπει-
    και από τώρα σίγουρα εμείς εδώ στο λέμε-
    πως οι στρατιές του μέγα μας Δαρείου θα ορμήσουν
    και κάθε θα νεκρώσουνε ζωή στη χώρα ετούτη.
    Και όσοι μείνουν ζωντανοί, μια τέτια μοίρα θα ‘χουν
    που κάλλιο θα το είχανε να ήσαν πεθαμένοι.

    Αμύντας
    Άρχοντες Πέρσες, στρατηγού γενναίου αποσταλμένοι
    σας χαιρετώ κι εγώ εσάς, κι όταν γυρίστε πίσω
    δώστε τα χαιρετίσματα στο μέγα στρατηγό σας.
    Είμαστε αλήθεια απόγονοι θεών, κι αυτός ο θρόνος
    είναι από τους παλιότερους που βρίσκονται στον κόσμο.
    Κι αν θέλει ο μέγας βασιλιάς φίλους του να μας έχει
    αυτό θα πει τους φίλους του πως ξέρει να διαλέγει.
    Μεγάλη έχει δύναμη ο βασιλιάς Δαρείος
    αλλά και μεις αδύναμοι δεν είμαστε. Πιο λίγοι
    βέβαια είμαστε από σας, μα ίδια με σας γενναίοι.
    Το αίμα το ελληνικό στις φλέβες μας κυλάει
    και ο καθείς μας για πολλούς στον πόλεμο μετράει.
    Εδώ για αιώνες στέκουμε παλεύοντας ενάντια
    σ’ εχθρούς σκληρούς κι αμέτρητους-μα εμείς σκληρότεροί τους.
    Κι αν σήμερα εδιάλεγα τον πόλεμο μαζί σας
    κορμιά πολλά θα πέφτανε κι από τα δύο μέρη.
    Θα ‘τανε ψέμμα να σας πω πως με χαρά θα στέρξω
    να γίνω υποταχτικός του μέγα βασιλιά σας.
    Θα προτιμούσα άλλη απ’ αυτήν φιλία να μας δένει.
    Μα να, το πήρα απόφαση: θα ‘χετε ό,τι ζητάτε.
    Νερό θα έχετε και γη πίσω γυρνώντας. Όμως
    πριν γίνει τούτο θα ‘θελα όλες τις λεπτομέρειες
    της νέας συμμαχίας μας μαζί σας να ‘ξετάσω
    και να τις φκιάσουμε μαζί έτσι που να μετράνε
    όχι πολύ βαριές γι αυτούς τους γέρικούς μου ώμους
    αλλά και δίχως ούτε μια σε σας να φέρνουν βλάβη.
    Λοιπόν θα δώσω εντολή να στρώσουν τα τραπέζια
    και να ‘τοιμάσουν μαλακά λευκόστρωτα κρεββάτια
    ώστε αφού τα ωραία μας τα φαγητά γευτείτε
    μετά ως αύριο την αυγή να καλοκοιμηθείτε.

    ( Καλεί με νεύμα του ένα στρατιώτη)

    ΑΝΟΙΓΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ
    Χρόνος: δυο ώρες αργότερα
    Τόπος: Μακεδονικό παλάτι

    (Οι Πέρσες απαιτούν να έρθουν στο τραπέζι και οι γυναίκες του παλατιού. Ο Αμύντας υποκύπτει στον εκβιασμό)

    Πρόσωπα: Ο επικεφαλής της περσικής Πρεσβείας, Αμύντας.
    Στρατιώτες και υπηρέτες.

    ΕΠΠ
    Αληθινά βασιλικά τα φαγητά σου Αμύντα.
    Και το κρασί σου μια γλυκειά μας έχει φέρει ζάλη.
    Αλλά εμείς στον τόπο μας, σα στρώνουμε τραπέζι
    πάντοτε συνηθίζουμε να έχουμε μαζί μας
    και τις αγαπημένες μας, τις νόμιμες γυναίκες
    μα και τις παλλακίδες μας. Λοιπόν εσύ που έτσι
    πρόθυμα μας εδέχτηκες κι έτσι μας περποιείσαι
    και στο Δαρείο το βασιλιά νερό και γη χαρίζεις
    και των Περσών τα έθιμα θα πρέπει ν’ ακλουθήσεις
    και στο τραπέζι μας, εδώ, του παλατιού γυναίκες
    για συντροφιά μας όμορφη να φέρεις και μαζί τους
    όλες της οικογένειας σου τις νεαρές κοπέλλες.
    Έτσι και πιο χαρούμενη θα είναι η συντροφιά μας
    κι η συμφωνία που κλείσαμε σακκί δε θα ‘ναι άδειο
    αλλά γερά θα σφραγιστεί σα δούμε ότι στέργεις
    τους νόμους που τιμούμε εμείς και συ να τους τιμήσεις.

    Αμύντας
    Άρχοντες Πέρσες, άπρεπο αυτό το αίτημά σας
    μοιάζει σ’ αυτιά ελληνικά. Τα έθιμά μας άλλα.
    Συνήθεια εμείς δεν έχουμε στα γιορτινά τραπέζια
    να ‘χουμε ή γυναίκες μας δίπλα ή αδερφές μας.
    Ντροπή αυτό θα ήτανε για κάθε Μακεδόνα.
    Σε μας γιορτάζουν χωριστά γυναίκες από άντρες.

    ΕΠΠ
    Να πούμε θα ‘θελες λοιπόν στο μέγα βασιλέα
    πως του λαού του άπρεπες βαφτίζεις τις συνήθειες
    κι ότι στα λόγια μοναχά υποταγή δηλώνεις
    μα είσαι ανυπάκουος και δύσκολος στην πράξη;

    Αμύντας
    Εσείς είστε οι άρχοντες. Θα έρθουν οι γυναίκες.

    ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΡΙΤΟ

    Χρόνος: λίγο αργότερα
    Τόπος μακεδονικό παλάτι

    (Οι Πέρσες προσβάλλουν την τιμή των γυναικών του παλατιού και ο Αλέξανδρος αποφασίζει να τους σκοτώσει. Ο Αμύντας τον συμβουλεύει.)

    Πρόσωπα: Τα ίδια και οι γυναίκες του παλατιού.

    (Οι γυναίκες στέκουν μακριά από τους Πέρσες)

    ΕΝΑΣ ΠΕΡΣΗΣ
    Αν ήτανε σαν έρχονταν να κάτσουνε μακριά μας
    καλλίτερα μην έρχονταν καθόλου στο τραπέζι.

    ( Ο βασιλιάς κάνει νόημα στις γυναίκες να πλησιάσουν. Εκείνες υπακούνε).

    ΑΛΛΟΣ ΠΕΡΣΗΣ

    (στη γυναίκα που κάθησε κοντά του)

    Τέτιο λουλούδι και κρυφό να μένει κρίμα είναι.

    (Της προσφέρει ένα ποτήρι κρασί)

    Πιες το κρασί εσύ κι εγώ θα πιω τα δυο σου χείλη.

    ΑΛΛΟΣ ΠΕΡΣΗΣ

    (σ’ έναν υπηρέτη)

    Τα μήλα αυτά πάρτα από δω.

    (γυρνάει στη γυναίκα που βρέθηκε κοντά του)

    Εγώ ετούτα θέλω.

    (απλώνει τα χέρια του στο στήθος της. Άλλος τραβάει στην αγκαλιά του μιαν άλλη γυναίκα, αυτή αντιστέκεται και στην πάλη ο πέρσης πέφτει στο πάτωμα γελώντας)

    Αλέξανδρος
    Πατέρα είναι αργά για σε. Γέροι καθώς εσένα
    πρέπει νωρίς να πέφτουνε τη νύχτα στο κρεββάτι.
    Κι ούτε τα μάτια σου βολεί τα τέτια ν’ αντικρύζουν.
    Τράβα λοιπόν στο στρώμα σου.Γιός σου εγώ αντάξιος
    στους ξένους μας την πρέπουσα περποίηση θα δώσω.

    Αμύντας
    Γιε μου τρομάζω να σ’ ακώ. το βλέμμα σου σκοτάδι
    και η φωνή σου αγύριστην απόφαση γεμάτη.
    Κράτα το αίμα σου ψυχρό. Ειμαστε μόνοι γιε μου
    κι είμαστε αβοήθητοι. Αυτοί ‘ναι μέγα πλήθος.
    Υποταγμένες έχουνε τοσες μεγάλες χώρες.
    Τρόπο να βρεις πρέπει καλόν για να τους εμποδίσεις
    να μας ντροπιάσουν μες σ’ αυτό το ίδιο μας το σπίτι.
    Σκέψου όχι εμένα ούτε εσέ. Μα σκέψου το λαό μας.
    Για την αγαπημένη μας κάντο Μακεδονία.
    Κλείσε τα μάτια Αλέξανδρε και κάνε πως δε βλέπεις.

    Αλέξανδρος
    Ξέρω πατέρα’ τράβα συ-θα κάνω αυτό που πρέπει.

    (τον οδηγεί έξω. Στον εαυτό του)

    Πολλά μπορώ να μην ιδω, αλλά ετούτο όχι.

    (στους πέρσες)

    Άρχοντες πέρσες! Είμαστε υποτελείς πιστοί σας.
    Όποιο απ’ αυτά τα θηλυκά διαλέξετε καθένας
    είναι δικό σας για όληνε τη νύχτα αυτή. Μονάχα
    πριν στη δική σας αγκαλιά να πέσουν, πρέπει πρώτα
    να οδηγηθούνε στο λουτρό, κι αμέσως πια κατόπι
    κοντά σας πάλι θα βρεθούν στη βούλησή σας σκλάβες.

    (Οι Πέρσες συγκατανεύουν με επιδοκιμαστικά μουγκρητά. Οι γυναίκες βγαίνουν. Ο Αλέξανδρος παίρνει παράμερα ένα στρατιώτη)

    Παρ’ τις γυναίκες και να παν στα δωμάτιά τους πάλι.
    Κι απ΄τους στρατιώτες διάλεξε όσες και οι γυναίκες
    και ντύσ’ τους με των γυναικών τα πιο όμορφα τα ρούχα.
    Και να σκεπάσουνε καλά το πρόσωπο με βέλο.
    Και να ‘χουνε στη μέση τους διπλόκοπο μαχαίρι.
    Κι όταν καλά ετοιμαστούν, φέρτους μας στο τραπέζι.
    Αντίς για τις γυναίκες μας εκείνους θα προσφέρω
    στους Πέρσες για παρέα τους. Και πες τους σα σηκώσω
    γεμάτο το ποτήρι μου, πίνοντας στην υγεία
    του βάρβαρού τους βασιλιά, τότε να τους χτυπήσουν.
    Και στους στρατιώτες που ‘φεραν οι ξένοι αυτοί μαζί τους
    δώστε κρασί και μακριά να μένουν από τούτα.
    Τρέξε. Και δίχως άργητα μη οι βάρβαροι μας νιώσουν.

    ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ

    Χρόνος: Λίγο αργότερα
    Τόπος: μακεδονικό παλάτι

    (οι μακεδόνες στρατιώτες σκοτώνουν τους Πέρσες)

    Πρόσωπα: Τα ίδια με προηγούμενα. Αντί για τις γυναίκες, στρατιώτες ντυμένοι γυναικεία.

    Αλέξανδρος
    Πέρσες, σας εδεχτήκαμε με τάξη όπως πρέπει
    και όμορφο σας στρώσαμε και πλούσιο ένα τραπέζι.
    Κόπους δε λογαριάσΑμε και τα ‘χουμε όλα κάνει
    έτσι που σα στο σπίτι σας στον τόπο μας να νιώστε.
    Και τώρα-τι καλλίτερη απόδειξη για τούτο-
    τις ίδιες τις γυναίκες μας, τις ίδιες αδερφές μας
    σε σας εδώ τις φέραμε για να σας συντροφέψουν.
    Και όταν θα γυρίσετε πάλι στο στρατηγό σας
    πέστε του πως ο έλληνας Αλέξανδρος του Αμύντα
    του μακεδόνα βασιλιά, σας δέχτηκε όπως πρέπει
    κι ότι αν λίγο μοναχά ζητήσατε σεις χώμα
    αυτός πολύ σας έδωσε και πάντοτε δικό σας
    και ότι μ’ αγκαλιάσματα σας κοίμησε το βράδυ.
    Μα πριν, ακράτηγοι καθώς μαντεύω να ριχτείτε
    καθένας στο αποψινό ερωτικό του ταίρι
    θέλω κι εγώ να ευχηθώ πίνοντας στην υγεία
    του βασιλιά του κραταιού, του μέγα του Δαρείου,
    που σήμερα και βασιλιάς δικός μας έχει γίνει.
    Μακροημέρευση λοιπόν του εύχομαι και υγεία
    και οι θεοί όλα τα καλά σ’ αυτόνε να χαρίζουν.
    Σηκώστε το ποτήρι σας κι ας πιούμε στην υγειά του.

    (Υψώνει το ποτήρι του. Οι μεταμφιεσμένοι σε γυναίκες στρατιώτες σκοτώνουν τους εφτά Πέρσες)

    ΑΝΟΙΓΜΑ ΠΕΜΠΤΟ

    Χρόνος: 510 π. Χ.
    Τόπος: δρόμος στην αγορά των Αιγών

    (Συζητούν δυο Μακεδόνες στρατιώτες, ο Φιλώτας (ΦΙΛ) και ο Παρμενίωνας (ΠΑΡ)

    ΠΑΡ
    Φιλώτα, πότε φίλε μου έφτασες και δε σ’ είδα;

    ΦΙΛ
    Δε μ΄ είδες γιατί τώρα δα έφτασα-από το σπίτι
    ακόμα δεν επέρασα’ πρώτον εσένα βλέπω.

    ΠΑΡ
    Φίλε καλέ μου! Λέγε μου, πώς είσαι; Πες μου νέα…

    ΦΙΛ
    Από υγεία είμαι καλά. Τα νέα μου τα ίδια.
    Ξέρεις τους Θράκες. Άτιμα σκυλιά. Δεν ησυχάζουν.
    Τα μάτια τους στον τόπο μας στραμμένα έχουν πάντα.
    Μα έχουν τούτο τον καιρό τις βακχικές γιορτές τους
    και λίγο χαλαρώσαμε κι εμείς τη φύλαξή μας.
    Και λίγοι εμπορέσαμε στα σπίτια μας να ‘ρθούμε.
    Μα πες μου Παρμενίωνα και τα δικά σας νέα.
    Γιατί καθώς επέρναγα κοντά από το παλάτι
    χαράς τραγούδια ακούγονταν νυφιώτικα που μοιάζαν.
    Παντρεύτηκε ο Αλέξανδρος; Ή μήπως κι η Γυγαία;
    Ο Αρριδαίος; Ή καμμιά κυρά από τις μεγάλες;

    ΠΑΡ
    Αφού όλα τα ονόματα τα έχεις ειπωμένα
    το ‘πες και κείνο που ‘πρεπε: παντρεύτηκε η Γυγαία.

    ΦΙΛ
    Α! Ποιος μες στην αγκάλη του τέτιο κορμί θα κλείσει;

    ΠΑΡ
    Ποιος; Θα στο πω χωρίς καιρό να χάσω-ένας Πέρσης.

    ΦΙΛ
    Πέρσης και μακεδόνισσα πριγκιποπούλα επήρε;

    ΠΑΡ
    Ναι. Όμως ένας άρχοντας είναι κι αυτός μεγάλος.

    ΦΙΛ
    Ή δούλος είτε άρχοντας βάρβαρος είναι πάλι.
    Πώς δέχτηκε ο Αλέξανδρος να γίνει τέτιος γάμος;
    Κι ο Αμύντας πώς εμόλυνε το αίμα του με Πέρσες;

    ΠΑΡ
    Αν σταματήσεις να ρωτάς όλα θα στα ‘ξηγήσω.

    ΦΙΛ
    Ωραία. Πέστα. Σταματώ…και η ωραία Γυγαία
    θα πάει βέβαια κι αυτή να ζήσει στην Περσία;

    ΠΑΡ
    Και φυσικά.

    ΦΙΛ
    Θα χάσουμε τέτιο αιθέριο πλάσμα;
    Άσχημη από σήμερα θα ‘ναι η Μακεδονία…

    ΠΑΡ
    Πάψε τις κλάψες κι άκου με αν θέλεις λεπτομέρειες.

    ΦΙΛ
    Θέλω.

    ΠΑΡ
    Λοιπόν, θυμάσαι που, περίπου πριν δυο χρόνια
    ο Αλέξανδρος εσκότωσε τους Πέρσες του Δαρείου;

    ΦΙΛ
    Ξεχνιούνται τέτιες ομορφιές;

    ΠΑΡ
    Λοιπόν πρεσβεία εστείλαν
    δεύτερη οι Πέρσες,για να βρει τι έγινε η πρώτη.
    Κι είχε αρχηγό τον Βούβαρη, το γιο του Μεγαβάζου.
    Πέρασαν δύσκολες στιγμές Αλέξανδρος κι Αμύντας.
    Αλλά κι εμείς κοντά σ’ αυτούς. Θα μας θερίζαν όλους
    αν την αλήθεια μάθαιναν και στο Δαρείο τη λέγαν.

    ΠΑΡ
    Και ο Αμύντας θες να πεις θυσίασε τη Γυγαία;

    ΦΙΛ
    Όχι. Μονάχα οι βάρβαροι θυσιάζουνε ανθρώπους.
    Μα ο Βούβαρης σαν τη γλυκειά Γυγαία είχε αντικρύσει
    αμέσως κι έχθρες ξέχασε, κι εκδίκησες και μίση,
    και ζητησε γυναίκα του αμέσως να την κάνει.

    ΠΑΡ
    Τιμή του να τον παντρευτεί πριγκίπισσα ελληνίδα.

    ΦΙΛ
    Μα όμως το ‘θελε κι αυτή. Γιατί και ο Βουβάρης
    ειν’ ένα λεβεντόκορμο κι ωραίο παλληκάρι.
    Τι να σου πω…χαλάλι του κι ας είναι κι ασιάτης.
    Και βέβαια ο Αλέξανδρος αλλά και ο Αμύντας
    δε θα σκεφτήκανε πολύ απόφαση πριν πάρουν.
    Όλους μας φίλε μου αυτός μας εσωσε ο γάμος.

    ΠΑΡ
    Δε λέω, οι βασιλιάδες μας φερθήκαν μ’ εξυπνάδα.
    Δηλαδή τώρα συγγενείς είμαστε με τους Πέρσες;

    ΦΙΛ
    Λέγε αστεία όσα θες, μα η ουσία είναι
    πως μ’ άλλο μάτι τώρα πια οι Πέρσες θα μας βλέπουν.
    Γιατί ο Βουβάρης το δεξί είναι χέρι του Δαρείου
    κι ο λόγος του έχει πέραση. Και ξέρεις, η Γυγαία
    δεν είναι κοριτσόπουλο άμυαλο καθώς άλλα.
    Είναι γυναίκα σοβαρή και η ψυχή της είναι
    πέρα για πέρα ελληνική κι όπου βρεθεί και πάει
    για την Ελλάδα μοναχά η καρδιά της θα χτυπάει.

    ΠΑΡ
    Κι οι άλλοι της αποστολής πώς έκλεισαν το στόμα;

    ΦΙΛ
    Ας ειν’ καλά τα τάλαντα. Επληρωθήκαν όλοι.

    ΦΙΛ
    Και στο Δαρείο τι θα πουν για τους μακελλεμένους;

    ΦΙΛ
    Τώρα που συγγενέψαμε κάτι θα βρουν να πούνε.
    Όλο και κάποιο θα ‘βρουνε θέμα να τα μπαλώσουν.
    Μπορεί να πούνε πως ληστές τους ξέκαμαν. Ακόμα
    πως τόσο αισχρά φερθήκανε, που δίκαια εχαθήκαν.

    ΠΑΡ
    Πότε θα φύγουν;

    ΦΙΛ
    Άσε με και μη μου το θυμίζεις
    γιατί εγώ μες στην καρδιά την είχα τη Γυγαία.

    ΠΑΡ
    Και συ; Λοιπόν δε μένει πια παρά να πα’ να πιούμε
    και στο κρασί να πνίξουμε τον πόνο και των δυο μας.

    ΦΙΛ
    Καλά το λες. Πάμε λοιπόν. Γυγαία, καλό ταξείδι…

    ΑΝΟΙΓΜΑ ΕΚΤΟ

    Χρόνος: 496 π. Χ.
    Τόπος: Ολυμπία, στάδιο Ολυμπιακών Αγώνων

    (Ο Αλέξανδρος είναι έτοιμος να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες σαν δρομέας. Ο Νικόμαχος, δρομέας, κάνει ένσταση υποστηρίζοντας πως ο Αλέξανδρος δεν είναι έλληνας και επομένως δεν μπορεί να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες. Ο Αλέξανδρος εκφωνεί λόγο και με όσα λέει πείθει για την ελληνικότητά του).

    Πρόσωπα: Επόπτης Ολυμπιακών Αγώνων, Νικόμαχος, Αλέξανδρος. Θεατές των αγώνων.

    ΕΠΟΠΤΗΣ
    Εγώ, ο Αριστόδημος, επόπτης των Αγώνων,
    καθώς οι νόμοι ορίζουνε, την έναρξη κηρύσσω
    της πρώτης κι εβδομηκοστής μεγάλης Ολυμπιάδας.
    Και είναι το αγώνισμα το πρώτο της, το στάδιο.

    ΝΙΚΟΜΑΧΟΣ

    Έρχομαι απ’ την Ελληνική Κυρήνη της Λιβύης
    και είμαι ο Νικόμαχος, παιδί του Λυσιμάχου.
    Τρεχω στο στάδιο. Ξέρω πως οι έλληνες μονάχα
    στα Ολύμπια τ’ αγωνίσματα μπορούν να πάρουν μέρος.
    Βλέπω στη στήλη τ’ όνομα “Αλέξανδρος του Αμύντα”.
    Και δίπλα γράφει: “Έλληνας”. Ενίσταμαι. Ζητάω
    ν’ αποκλειστεί ο Αλέξανδρος, γιατί έλληνας δεν είναι.

    ΕΠΟΠΤΗΣ
    Έχω της ελλανόδικης επιτροπής την κρίση.
    Αυτή εδέχτηκε χωρίς αμφιβολία καμμία
    πως έλληνας ο Αλέξανδρος είναι ο μακεδόνας.
    Κι αν θες κι ο ίδιος συ μπορείς εδώ κοντά μου να ‘ρθεις
    και με τα μάτια σου να δεις όσα γραμμένα είναι.

    Αλέξανδρος
    Επόπτη αξιοσέβαστε των Ολυμπίων Αγώνων
    απάντηση εγώ θα ‘θελα να δώσω στο δρομέα
    που ερχόντας απ΄τη μακρινή ελληνική Λιβύη
    βρίσκω πως είναι φυσικό για μένα να μην ξέρει.
    Κι όπως αυτός, θα ‘ναι πολλοί κι άλλοι ανάμεσά μας
    που πρώτη τους με βλέπουνε φορά και που δεν έχουν
    ποτέ ακούσει ούτε για με, ούτε για το λαό μου.
    Ζητώ την άδεια ν’ ανεβώ στο βήμα των αγώνων
    και ν’ απαντήσω μόνος μου εγώ σ’ αυτή την ύβρι.

    ΕΠΟΠΤΗΣ
    Οι νομοι κι οι κανονισμοί προβλέπουν τέτιους λόγους.
    Γι αυτό επιτρέπω ν’ ανεβεί ο Αλέξανδρος στο βήμα.

    Αλέξανδρος
    Έλληνες που απ’ τα πέρατα του κόσμου έχετε έρθει
    για να βρεθείτε μες σ’ αυτό το πανελλήνιο θάμα
    σας χαιρετίζει απ’ αυτό το ιερό το βήμα
    ενός λαού ελληνικού ο έλλην βασιλέας.
    Ο βασιλιάς Αλέξανδρος είμαι. Κι αν η ζωή μου
    ανάμεσα σε βάρβαρους λαούς κι άγονους τόπους
    σκληρόν και ανελέητο με θέλει στους εχθρούς μου,
    όμως γεμάτος ειμ’ εγώ για σας ευαισθησία.
    Γι αυτό και τώρα δάκρυα μου έρχονται στα μάτια
    που δύσκολα κι από ντροπή κρατάω να μην τρέξουν,
    και η καρδιά μου σαν τρελλή να σπάσει πάει χτυπώντας
    που οι θεοί μ’ αξίωσαν να δω μια τέτια μέρα-
    σαν ίσος μ’ ίσους να βρεθώ εδώ κι εγώ μαζί σας.
    Είμαι ο πρώτος βασιλιάς από τους Μακεδόνες
    που στην Ελλάδα έρχεται συμμετοχή για να ‘χει
    στους πανελλήνιους, ξακουστούς, της Ολυμπίας αγώνες.
    Αλλά προτού άλλο τίποτα να πω, θα δείξω πρώτα
    πως έλληνας είμαι κι εγώ’ κι αν η ελληνωσύνη
    μετριότανε με αριθμούς,θα ‘χα τον πιο μεγάλον.
    Καυχιέμαι πως απ’ τη γενιά του Ηρακλή κρατάω
    του ήρωα κι ημίθεου που τους αγώνες τούτους
    ίδρυσε, κι έχει την εληά ετούτηνε φυτέψει
    που οι κλάδοι της τους άξιους των άξιων στεφανώνουν.

    Τρεις αδερφοί, απόγονοι του Τήμενου, Ηρακλείδη,
    που ίδρυσε των Ηρακλειδών τη δυναστεία στο Άργος,
    Γάβανος και Αέροπος και τρίτος ο Περδίκκας,
    από το Άργος έφυγαν, στην Ιλλυρία επηγαν,
    στην Άνω επεράσανε μετά Μακεδονία,
    κι εκεί εγίνανε βοσκοί στο βασιλιά μιας πόλης
    που τ’ όνομά της ήτανε Λεβαία. Κι εκει μέναν.
    Τότε,στα χρόνια τα παλιά, οι άνθρωποι φτωχοί ήταν.
    Ακόμα και ο βασιλιάς, κι αυτός δε ζούσε πλούσια
    και το ψωμί η βασίλισσα το ζύμωνε μονάχη.
    Αυτή λοιπόν επρόσεξε πως του Περδίκκα η ζύμη
    διπλή από των άλλωνε γινότανε στον όγκο.
    Το ‘πε αυτό στο βασιλιά κι εκείνος εφοβήθη
    πως κάτι άσχημο αυτό το θάμα προφητεύει’
    κι είπε στους τρεις τους δούλους του να φύγουν απ’ το σπίτι.
    Όταν αυτοί ζητήσανε, πριν φύγουν, το μιστό τους,
    ο βασιλιάς ειρωνικά τους έδειξε τον ήλιο
    που από το τζάκι έμπαινε. Οι δύο τους τα χάσαν.
    Μα ο Περδίκκας έβγαλε δίκοπο ένα μαχαίρι
    και κύκλο έναν εχάραξε στο πάτωμα επάνω
    γύρω απ΄ τον κύκλο που έκανε φωτίζοντάς τον ο ήλιος,
    κι απλώνοντας το χέρι του έκανε πως μαζεύει
    και βάζει μες στον κόρφο του τον ήλιο. Και κατόπι:
    “δεχόμαστε το δώρο σου”, του είπε, “βασιλέα”.
    Κι έφυγαν. Κάποιος απ’ αυτούς όμως που αυτό το είδαν
    μες στο μυαλό του βασιλιά έβαλε την ιδέα
    πως ο μικρός που το ‘κανε ήθελε το κακό του.
    Εθύμωσε ο βασιλιάς και στέλνει να τους πιάσουν.
    Οι Τημενίδες μπήκανε σ’ ένα ποτάμι μεσα
    και το ποτάμι στέγνωσε κι απέναντι περάσαν.
    Μα όταν πήγαν να διαβούν του βασιλιά οι στρατιώτες
    ο ποταμός εφούσκωσε κι αδιάβατος εγίνει.
    Έτσι αυτοί εσώθηκαν και στης Μακεδονίας
    εν’ άλλο μέρος πήγανε και μέσα του εμείναν,
    κοντά στους κήπους που ο λαός τους λέει “κήπους του Μίδα”.
    Ένα βουνό, το Βέρμιο, κοντά στους κήπους είναι
    και απ’ αυτό ξεκίνησαν οι τρεις κι αφέντες γίναν
    όλης της χώρας που τη λεν τώρα Μακεδονία.
    Κι απ’ τον Περδίκκα μέχρι εμέ, πέντε γενιές υπάρχουν:
    Ο Αργαίος, και ο Φίλιππος, Αέροπος, Αλκέτας,
    και ο αγαπημένος μου πατέρας, ο Αμύντας.
    Κι αυτός ο έλληνας λαός, κι αυτοί οι βασιλιάδες
    με τα κορμιά τους φτιάχνουνε ολόγερο ένα τείχος
    που αιώνες σπάζει πάνω του η τρομερή μανία
    βαρβάρων, που αλλιώτικα θα πέρναγαν την Πίνδο
    κι ίσως εσείς τραβούστε όσα εμείς τραβάμε.

    Σ’ ένα προσκύνημα ιερό λοιπόν εδώ έχω έρθει
    για να γνωρίσω από οντά τα μέρη όπου ο Θείος
    ο Ηρακλής, του Δία ο γιός και μένα πρόγονός μου
    έζησε, και τους τόσους του τους άθλους είχε κάνει.
    Μα ίδιο πάθος μ΄έκαιγε να γνωριστώ μαζί σας.
    Να δω τις πόλεις σας-να δω τις τόσες σας προόδους
    να θυσιάσω στα ιερά ετούτα τα δικά σας-
    να σας γνωρίσω μα και σεις εμένα να γνωρίστε.
    Και να σας πω πως το αίμα μας-το ελληνικό μας αίμα-
    ζητάει με το αίμα σας αδερφικά να σμίξει.
    Μικρή ακόμα η χώρα μου. Μα δύναμη ο λαός μου
    μεγάλη κλείνει μέσα του. Γοργά η μέρα θα ‘ρθει
    όπου μεγάλος σαν και σας θα γίνει ο λαός μου.
    Κι έχω μαζί μου φέρει εδώ τον πόθο του λαού μου
    που μες στο χώρο τούτον δω, στην ιερή Ολυμπία,
    έτσι που όλοι οι έλληνες του κόσμου να τ’ ακούσουν,
    τονε φωνάζω δυνατά: ποθούν οι Μακεδόνες
    μαζί με σας να σμίξουνε σε μία συμμαχία
    που και στους δύο μας καλό να κάνει έχει μόνο.
    Τα φώτα του πολιτισμού σε μας αυτή θα φέρει,
    και σεις γενναίο θα ‘χετε αδέρφι αποχτήσει
    που σ’ ό,τι του ζητήσετε βοήθεια θα σας δίνει.
    Έλληνες, άλλη μιαν εδώ σας έχω φέρει Ελλάδα.
    Γνωρίστε τη, κι όπως αυτή αδέρφι της σας νιώθει
    και σεις να νιώστε σας ζητάει αδέρφι σας πως είναι.
    Αυτά μονάχα ήθελα να πω για ν’ απαντήσω
    στον Κυρηναίο αδερφό απ’ της Λιβύης τα μέρη.
    Ευχαριστώ τον ευγενή επόπτη των αγώνων
    που μου επέτρεψε απ’ αυτό το βήμα να μιλήσω-
    το βήμα που ένας πρόγονος δικός μου έχει θεσπίσει.

    ΑΝΟΙΓΜΑ ΕΒΔΟΜΟ

    Χρόνος: 496 π. Χ., μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες.
    Τόπος: Αθήνα, Εκκλησία του Δήμου

    (Απονομή του τίτλου του Προξένου και Ευεργέτη της πόλεως των Αθηνών στο βασιλιά Αλέξανδρο. Τα λόγια του εκφωνητή)

    Πρόσωπα: Εκφωνητής. Ακόμα ο Αλέξανδρος, άρχοντες, λαός.

    ΕΚΦΩΝΗΤΗΣ
    Στο χρόνο μέσα που έλαβε χώρα η Ολυμπιάδα
    που στη σειρά τον αριθμό έχει εβδομηνταένα
    επήρε την απόφαση ο Δήμος Αθηναίων
    να ονομάσει σήμερα Πρόξενο κι Ευεργέτη
    το βασιλιά Αλέξανδρο για τις υπηρεσίες
    που ως τώρα πρόσφερεν αυτός στων Αθηνών την πόλη.

    ΑΝΟΙΓΜΑ ΟΓΔΟΟ

    Χρόνος: 480 π. Χ.Τόπος: Τέμπη, στρατόπεδο των ελλήνων περιμένοντας τους Πέρσες.

    (Ο Αλέξανδρος, που υποχρεωτικά αλλά τυπικά μόνο συμπράττει με τους Πέρσες, ειδοποιεί με αποσταλμένους του τους Έλληνες, που η δύναμή τους ανέρχεται σε δέκα χιλιάδες, για τα σχέδια των Περσών και τους σώζει από βέβαια πανωλεθρία)

    Πρόσωπα: Ευένετος, αρχηγός των Σπαρτιατών.
    Θεμιστοκλής, ο αρχηγός των Αθηναίων
    Φρουρός του στρατόπεδου των Ελλήνων
    Α’ Μακεδόνας στρατιώτης (Α’ ΜΣ)
    Β’ Μακεδόνας στρατιώτης (Β’ΜΣ)

    Ευένετος
    Κι η σημερνή επέρασε η μέρα και οι Πέρσες
    ακόμα ξεκουράζονται. Τι περιμένουν τάχα;
    Γιατί αφήνουν τον καιρό άπρακτα να περνάει
    αφού το ξέρουν πως εμείς όσο περνάει ο χρόνος
    περσότεροι γινόμαστε και πιο καλά όσο πάει
    την άμυνα οργανώνουμε και την αντίστασή μας;

    Θεμιστοκλής
    Ας κάθωνται όσο θέλουνε. Εμείς τους καρτερούμε.
    Τι άλλο παρά ο φόβος τους άπρακτους τους κρατάει…
    Το Μαραθώνα φαίνεται θα ‘χουνε στο μυαλό τους.
    Όμως ας είμαστε έτοιμοι και ας αργούν εκείνοι.
    Ό,τι να κάνουν από δω μονάχα θα περάσουν.
    Μπορούμε να ‘μαστε ήσυχοι. Η εμπροσθοφυλακή μας
    τοξότες έχει διαλεχτούς κι όταν αρχίσει ο Ξέρξης
    να μπαίνει μέσα στα στενά θα τον περποιηθούνε.

    Ευένετος
    Ναι, ειν’ πολλοί, μα σίγουρα τους έχουμε στο χέρι.
    Μας ευνοούνε τα στενά. Και ειν’ εδώ μαζί μας
    το ιππικό των θεσσαλών. Αυτοί θα πετσοκόψουν
    όσους γλιτώσουν από μας. Είχαν καλήν ιδέα
    οι Πρόβουλοι που γι άμυνα διαλέξανε τα Τέμπη.
    Από τη μια κι οι θεσσαλοί μαζί μας πολεμάνε
    κι από την άλλη εκείνοι που, αλλιώς, θα εμηδίζαν.
    Τώρα, σα δουν τη νίκη μας θα μας ακολουθήσουν.

    Θεμιστοκλής
    Ναι. Δίχως άλλο ήτανε ωραία η εκλογή τους…
    Ξέρεις τι σκέψη τώρα δα Ευένετε έχω κάνει;

    Ευένετος
    Δεν ξέρω, ούτε αν έψαχνα θα μπόρεια να την έβρω.
    Οι σκέψεις οι αθηναϊκές πολύ με δυσκολεύουν.

    Θεμιστοκλής
    Να! Τώρα στέκουμε κι οι δυο εδώ αγκαλιασμένοι
    κι έτοιμοι να χτυπήσουμε τον Ξέρξη. Μα σα φύγει
    σε κάποιο άλλο πέρασμα μπορεί εγώ να είμαι
    από τη μια, κι εχθρός μου συ να είσαι από την άλλη,
    Όπως δα γίνονταν και πριν…

    Ευένετος
    Αγαπητέ μου φίλε
    το αίμα που το λούλουδο θρέφει της αρετής μας
    αυτό και της διχόνοιας μας θεριεύει το αγκάθι.
    Μα είν’ αυτό το αίμα μας που Έλληνες μας κάνει.
    Απόψε ας δούμε μοναχά κείνο που μας ενώνει.

    (Χτύποι στην πόρτα. Μπαίνει ο φρουρός)

    Φρουρός

    (στο Θεμιστοκλή)

    Δύο στρατιώτες στρατηγέ φτάσανε, Μακεδόνες
    που μήνυμα κομίζουνε, λένε, του βασιλιά τους.

    Θεμιστοκλής
    Οι Μακεδόνες; Μήνυμα; Φέρτους αμέσως μέσα.

    (βγαίνει ο φρουρός)

    Ευένετος
    Οι Μακεδόνες στο πλευρό του Ξέρξη πολεμάνε.

    Θεμιστοκλής
    Αν του ‘φερναν αντίρρηση θα τους ετσάκιζε όλους.

    Ευένετος
    Τον ξέρεις τον Αλέξανδρο. Του ‘χεις εμπιστοσύνη;

    Θεμιστοκλής
    Έλληνας είναι, δεν μπορεί να θέλει το κακό μας.

    Ευένετος
    Οι δωρεικοί τ’ αδύνατα μπορούν να καταφέρουν.

    Θεμιστοκλής
    Πρόξενος κι Ευεργέτης μας είναι. Και μέρος πήρε
    και σα δρομέας νίκησε σε μιαν Ολυμπιάδα.

    (μπαίνει ο φρουρός με τους δύο Μακεδόνες στρατιώτες)

    Α΄ΜΣ
    Του μακεδόνα βασιλιά είμαστε αποσταλμένοι
    και μήνυμα στους Έλληνες φέρνουμε από κείνον.

    Ευένετος
    Δεν πολεμάει ενάντια μας με σύμμαχο τον Ξέρξη;

    Α’ΜΣ
    Ναι, του ‘τανε αδύνατο αντίθετα να κάνει.

    Ευένετος
    Πώς καταφέρατε κρυφά να ‘ρθειτε από τους Πέρσες;

    Α’ΜΣ
    Είναι η γη μας κι άγνωστη πέτρα για μας δεν είναι.

    Θεμιστοκλής
    Και ποιο είναι το μήνυμα ο Αλέξανδρος που στέλνει;

    Β’ΜΣ
    Μας είπε να μιλήσουμε στους στρατηγους μονάχα.

    Θεμιστοκλής
    Στους στρατηγούς Θεμιστοκλή κι Ευένετο μιλάτε.

    Α’ΜΣ
    Ο Ξέρξης ξέρει πως εσείς εδώ τον καρτεράτε,
    ανάμεσα Όσσας κι Όλυμπου, και άλλαξε το σχέδιο.
    Θα κινηθεί ως την ορεινή πάνω Μακεδονία
    και από κει των Περραιβών τη χώρα θα διασχίσει
    στη Θεσσαλία για να βρεθεί από την πόλη Γόννο.
    Ύστερα κατεβαίνοντας μέσα στη Θεσσαλία
    στα νώτα σας θα σας εβγεί και θα σας αφανίσει.
    Και κουβαλάει αρίθμητους άντρες μαζι του ο Ξέρξης.
    Σε κάθε χώρα που περνάει παίρνει μαζί του κι άλλους.
    Ο βασιλιάς μας τους μετρά στα δυο εκατομμύρια
    και σας καλει να φύγετε-μόνο έτσι θα σωθείτε.

    Ευένετος
    Πότε θα γίνει πράξη αυτό το νέο του Ξέρξη σχέδιο;

    Α’ΜΣ
    Αποψε κιόλας. Κίνησε τα πρώτα τμήματά του.

    Ευένετος
    Και του στρατού των βάρβαρων το ηθικό πώς είναι;

    Α’ ΜΣ
    Βαρβαρικό. Αγωνίζονται μονο με το μαστίγιο.

    Θεμιστοκλής
    Ευχαριστούμε που ήρθατε. Φεύγετε πάλι πίσω;

    Α’Μ”
    Ναι. Πρέπει πίσω να ‘μαστε προτού η αυγή χαράξει.

    Θεμιστοκλής
    Να πείτε στον Αλέξανδρο πως τονε χαιρετάει
    ο φίλος του ο Θεμιστοκλής.

    Α’ΜΣ
    Θα του το πούμε. Γεια σας.

    (χαιρετούν και βγαίνουν)

    Ευένετος
    Να φύγουμε. Αν μείνουμε χαμένοι είμαστε όλοι.

    Θεμιστοκλής
    Και πεθαμένοι θα ‘μαστε άχρηστοι στην πατρίδα.

    ΑΝΟΙΓΜΑ ΕΝΑΤΟ

    Χρόνος: 479 π. Χ.
    Tόπος: Αθήνα, σπίτι του Αριστεί

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα